21 Δεκεμβρίου 2012

Τα Χριστούγεννα και ο Παπαδιαμάντης



Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου           

Κάθε Χριστούγεννα η σκέψη μας πηγαίνει αυθόρμητα στον Σκιαθίτη Γέροντα των γραμμάτων μας, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, που έχει γράψει υπέροχα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Ο Ανδρέας Καραντώνης τον χαρακτήρισε  τον πρώτο αληθινά μεγάλο Έλληνα πεζογράφο και εξήγησε το γιατί:: ” Μεγάλος πεζογράφος είναι εκείνος που κατορθώνει και διορθώνει το έργο του πάνω σ’ έναν από κεντρικούς άξονες του Λαού του. Κι ένας από τους κεντρικούς αυτούς άξονες του Ελληνικού Λαού είναι η χριστιανική διαμόρφωση της ψυχής του, έτσι ακριβώς, όπως την αποκρυστάλλωσε από τα ένδοξα χρόνια του Βυζαντίου, ως τις ημέρες που είδε το φως ο χριστιανολάτρης διηγηματογράφος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ήταν ο συγγραφεύς, ο προορισμένος να αποκαταστήση τη χαμένη επαφή του νεοελληνικού λόγου με την πηγή της λαϊκής θρησκευτικής ψυχολογίας”.           

Ο Παπαδιαμάντης μέσα από την Πίστη του στην Ορθοδοξία και την αγάπη του προς την Πατρίδα του, την Ελλάδα, μίλησε απλά και κατ’ ευθείαν στην καρδιά του λαού μας. Και ορισμένες σκέψεις του μένουν ως αποφθέγματα στην ιστορία των Ελλήνων. Ήταν βέβαιος ότι οι πολέμιοι του Χριστού θα υπάρχουν πάντοτε, αλλά και θα απέρχονται, ενώ ο γεννημένος στη Φάτνη της Βηθλεέμ Χριστός θα βασιλεύει πάντα. ΄Εγραψε: ” Προ των σήμερον υλιστών, δαρβινιστών και θετικιστών υπήρξαν οι απαισιόδοξοι, οι ορθολογισταί και οι κριτικισταί’ αλλά παρήλθον’ προ αυτών ήσαν οι πανθεϊσταί, αλλ’ εξέλιπον. Παρέρχονται, κρύπτονται εν τη σκιά, αφανίζονται, αφού επί βραχύ τέρψωσι τους φιλοκαίνους και τους φιλαναγνώστας δια περιέργου συναυλίας λέξεων και γνωμών. Ο δε Χριστός έμεινε και θα μένη…Ο πόθος της μωράς επιδείξεως, η μανία του καινά εκάστοτε λέγειν, η δοκησισοφία, ο τύφος και η οίησις άγουσιν εις τας συγχρόνους αθεϊστικάς θεωρίας, από των οποίων τουναντίον απάγει η ειλικρινής και ακραιφνής φιλοσοφική συζήτησις της προ των οφθαλμών ημών κειμένης αληθείας”. 

Ο Παπαδιαμάντης δεν αναγνωρίστηκε από όλους τους συγχρόνους του, κυρίως από ηθικιστές χριστιανούς και από συγγραφείς των σαλονιών. Γράφει σχετικά ο Φώτης Δημητρακόπουλος: ” Ο Παπαδιαμάντης αντιμετωπίστηκε κατά βάσιν ιδεολογικά και λιγότερο αξιολογικά από την επίσημη κριτική, λογοτεχνική και φιλολογική, ένεκα της θρησκευτικής του πίστης στην ορθοδοξία, του αντιδυτικού του αισθήματος και της γλώσσας του έργου του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κ.Θ. Δημαράς, που υποστηρίζει πως ο Παπαδιαμάντης “διαβάζεται εύκολα από ανθρώπους που δεν έχουν συνηθίσει στην καλή ποιότητα” και πως “η γενιά που τιμούσε τον Σουρή για μεγάλο ποιητή, επόμενο ήταν να τιμήσει για μεγάλο πεζογράφο τον Παπαδιαμάντη…”. Παλαιότερα κριτικοί προς τον κυρ Αλέξανδρο ήσαν οι Γρ. Ξενόπουλος και Κ. Χατζόπουλος. Ο Φώτος Πολίτης τον χαρακτηρίζει “πιστό των εξωτερικών συμβόλων της χριστιανικής λατρείας”. Αρκετά κριτικός έναντί του είναι και ο Λίνος Πολίτης στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας που έγραψε. 

Οι ιδεολογικά αντίθετοί του δεν μπορούν γενικά να αντέξουν την σε βάρος τους καταγγελία του, όπως την γράφει στον “Λαμπριάτικο ψάλτη”: “Όλα τα χριστουγεννιάτικα και τα πασχαλινά διηγήματα δεν πρέπει πλέον να βλέπωσι το φως. Μη θρησκευτικά προς Θεού! Το Ελληνικόν Έθνος δεν είναι Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων…” Οι υλιστές και ηδονιστές κριτικοί του δεν μπορούν επίσης να ανεχθούν τον λόγο του “επ’ εμοί ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ δεν θα πάψω να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου“. (Σημ. Υπογράμμιση του υπογράφοντος). Γράφει σχετικά ο Ζήσιμος Λορεντζάτος στα Collectanea: “… Σωφρονώ! Α το δύσκολο, το δυσκολότατο εκείνο ρήμα της παπαδιαμαντικής φράσης …πόσοι ακόμα το κάνουν ενεργό στη ζωή τους, αλήθεια, και πόσοι (λιγότεροι ακόμα) δίνουν επίσημα την υπόσχεση και ξεστομίζουν καταπάνω τους την τρομερή φοβέρα που εκείνος ξεστόμισε καταπάνω στον εαυτό του: Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν ου μη σου μνησθώ; Αλήθεια πόσοι;” 

Εκτός από τους ιδεολογικά αντιθέτους του Παπαδιαμάντη υπήρξαν αυτοί που τον εκτίμησαν χωρίς να αντιληφθούν πλήρως ή παραθεωρώντας  την ορθόδοξη πνευματικότητά του. Αυτοί με επιμέλεια και με αγάπη στον άνθρωπο και στον λογοτέχνη Παπαδιαμάντη πρόβαλαν το έργο του. Ένας από αυτούς ήταν ο Οκτάβιος Μερλιέ, Γάλλος φιλέλληνας και λόγιος, που αγάπησε ξεχωριστά τον Παπαδιαμάντη, τον μετάφρασε στα γαλλικά, και με ευθύνη του, πρόλογο και σημειώσεις του τον εξέδωσαν οι περίφημες γαλλικές εκδόσεις “Les Belles Lettres”. Έγραψε σχετικά ο Γιώργος Θεοτοκάς στο περιοδικό “Ελληνική Βιβλιογραφική και Βιβλιοκριτική Επιθεώρησις” ( τεύχος Φεβρουάριος 1935): 

“Η παράδοση μας είχε μεταδώσει για τον Παπαδιαμάντη την εικόνα ενός απλοϊκού χωριανού ασκητή, περιπλανημένου μες στην πρωτεύουσα, χωρίς σχεδόν κανένα άλλο συναίσθημα εξόν από την θρησκευτική του πίστη και τη νοσταλγία του νησιού του. Αλλά στα βιβλία του Οκταβίου Μερλιέ ανακαλύπτουμε έναν γνήσιο καλλιτέχνη με απέραντη ευρωπαϊκή μόρφωση, πρωτοπόρο της εποχής του (μετέφρασε το “Εγκλημα και τιμωρία” του Ντοστογιέφσκι στα 1889, τον καιρό που ο ρώσος λογοτέχνης ήταν σχεδόν άγνωστος στη Δύση), εξαιρετικά ανήσυχο, τυραννισμένο ακατάπαυστα από τις αντιφατικές αξιώσεις της ψυχής του, προικισμένο με την πιο λεπτή ευαισθησία και εξαίσια εγωκεντρικό. Νομίζαμε άλλοτε πως η αιτία της απομόνωσης του στην Αθήνα ήταν η συστολή του εμπρός στον ανώτερό του “πολιτισμό” της πρωτεύουσας. Τώρα υποπτευόμαστε μάλλον  ότι η αιτία ήταν ακριβώς αντίθετη, ότι δηλαδή ο Παπαδιαμάντης τραβήχτηκε μακριά από τους τότε Αθηναίους, λογίους και μη, επειδή τους είχε ξεπεράσει και δεν μπορούσε πια να συνεννοηθεί μαζί τους”. 

Μεταξύ αυτών που ένιωσαν την ποιότητα του έργου του Παπαδιαμάντη ήταν ο ποιητής και στοχαστής Γιώργος Σαραντάρης, που και αυτός υπέστη τον ιδεολογικό ρατσισμό των υλιστών και ηδονιστών και τον κομπλεξισμό των μετριοτήτων. Σε δημοσίευμά του στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης “Μακεδονικές Ημέρες”, τον Ιανουάριο του 1938, γράφει ότι ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει τον ελληνισμό ως σύνολο και ότι μετά από αυτόν ” δεν φανερώθηκε στην Ελλάδα μήτε ένας σοβαρός θρησκευτικός πεζογράφος”. Ο Οδυσσέας Ελύτης σημειώνει για τον Σκιαθίτη συγγραφέα: “Στον μισό και πλέον αιώνα που μας χωρίζει από τον θάνατο του Παπαδιαμάντη …θάπρεπε η μορφή του να είχε γίνει αγέρας. Δεν έγινε. Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητας του. Δεν θάχει αλλάξει εκείνο, αλλά το μυαλό μας”. Και ο Παπατσώνης τονίζει: ” Χωρίς τον Παπαδιαμάντη χάνουμε τις ρίζες μας, παύουμε να είμαστε Έλληνες. Όταν έχει κανείς κάτι πολύτιμο δεν το απορρίχνει. Και το αγνό δίδαγμα του Σκιαθίτη είναι πολύ τίμιο και ανεπανάληπτο”. Ο λόγιος Αγιορείτης μοναχός Μωϋσής από την πλευρά του υπογραμμίζει ότι το “κήρυγμα” του Παπαδιαμάντη, παραμένει επίκαιρο όπως και του Ντοστογιέφσκι, “αλλά πού αυτιά…” να τ’ ακούσουν, και πρσθέτει: “Ντοστογιέφσκι και Παπαδιαμάντης ζούσαν ό,τι έγραφαν, γι’ αυτό και είναι μεγάλοι λογοτέχνες”.           


Σε μια συνάντησή μου με τον σημαντικό Μικρασιάτη συγγραφέα Τάσο Αθανασιάδη τον είχα ερωτήσει τι κάνει να ξεχωρίζει τον μεγάλο συγγραφέα από αυτόν που απλώς γράφει κάποιο βιβλίο και μου απάντησε ο χρόνος. Από τη συζήτηση που ακολούθησε  κατάλαβα ότι όσο κι αν ενεργήσει προς καιρόν η διαφήμιση και τα κυκλώματα το μέτριο θα χαθεί στη λήθη, ενώ το σημαντικό θα επιζήσει, όπως το χρυσάφι στο καμίνι. Κατάλαβα επίσης την αμηχανία των υλιστών που ο Παπαδιαμάντης παραμένει επίκαιρος, 102 χρόνια μετά τον θάνατό του. Κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, σε πείσμα τους, διαβάζονται “Το Χριστόψωμο”, “Η Σταχομαζώχτρα”, “Ο Αμερικάνος”, “Στο Χριστό, στο Κάστρο”, “Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη” και τ’ άλλα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα.


Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/6877, Ἀντίβαρο

10 Δεκεμβρίου 2012

Αντρέι Βάιντα: Η Ελλάδα είπε ότι οι ήρωες είναι το άλας του έθνους


του Γιάννη Ζουμπουλάκη από το vima.gr


Πριν από τέσσερα χρόνια ο Αντρέι Βάιντα έδωσε για μία ακόμη φορά στην πολύχρονη καριέρα του ηχηρό «παρών». Στα 82 του ο πολωνός σκηνοθέτης γύρισε το «Κατίν», μια ταινία για τη μαζική δολοφονία των πολωνών αξιωματικών από τους Σοβιετικούς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα ο Βάιντα εξακολουθεί να βρίσκεται στις επάλξεις. Η τελευταία δημιουργία του είναι μια ταινία για τον ηγέτη της «Αλληλεγγύης» Λεχ Βαλέσα. Ο φόρτος των γυρισμάτων στην Πολωνία απέτρεψε μάλιστα το ταξίδι του στην Ελλάδα με αφορμή το μεγάλο κινηματογραφικό αφιέρωμα που διοργανώνει προς τιμήν του η Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
Το αφιέρωμα ξεκινάει την ερχόμενη Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου, με την προβολή του «Ανθρώπου από σίδερο», θέμα της οποίας είναι η επανάσταση της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία. Ο «Ανθρωπος από σίδερο» θα παρουσιαστεί ψηφιακά αποκατεστημένος στην Ταινιοθήκη, όπως και οι ταινίες «Στάχτες και διαμάντια» (1958), «Λότνα» (1959), «Αθώοι μάγοι» (1960), «Ολα για πούλημα» (1969), «Η γη της επαγγελίας» (1975). Συνολικώς το αφιέρωμα περιλαμβάνει περίπου 20 μεγάλου μήκους ταινίες, ενώ το πρόγραμμα συμπληρώνουν σπάνιες μικρού μήκους και ντοκυμαντέρ του, αλλά και μια έκθεση με άγνωστες φωτογραφίες και ζωγραφικά έργα του.
Οσο για τον ίδιο τον Βάιντα, μπορεί να μην τα κατάφερε να έρθει στην Ελλάδα, βρήκε όμως τον χρόνο για να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις του «Βήματος».

Ενα από τα θέματα που θίγει το «Kanal», μια από τις σπουδαιότερες ταινίες σας, είναι η «ματαιότητα του ηρωισμού». Πώς ορίζετε την έννοια «ήρωας»; Υπάρχουν τελικά ήρωες ή είναι κάτι αδιευκρίνιστο; Χρειαζόμαστε τους ήρωες;
«Η Ελλάδα, η χώρα σας, μας έχει διδάξει εδώ και αιώνες - και εξακολουθεί να μας διδάσκει - ότι οι ήρωες αποτελούν το "άλας του έθνους". Αυτοί αναλαμβάνουν τα δυσκολότερα καθήκοντα, τόσο ως μεμονωμένα άτομα όσο και ως εκπρόσωποι της κοινωνίας. Η Αντιγόνη, π.χ., αναλαμβάνει την ευθύνη ατομικά ως αδελφή του δολοφονημένου αδελφού της. Στο "Κανάλ" οι εξεγερθέντες της Βαρσοβίας είναι ένας στρατός που ενεργεί υπό τις εντολές του επιτελείου του, το οποίο όμως λειτουργεί κάτω από την πίεση της πολιτικής κατάστασης. Δυστυχώς η πολιτική πραγματικότητα δεν δίνει πάντα ελπίδες για νίκη. Ο Στάλιν και η Σοβιετική Ενωση κάλεσαν τον κόσμο να εξεγερθεί εναντίον της χιτλερικής Γερμανίας, αλλά όταν οι εξεγερθέντες ξεκίνησαν τη δράση τους ο σοβιετικός στρατός στην άλλη όχθη του ποταμού περιμένει την ολική ήττα της Armia Krajowa, επειδή αυτός ο στρατός υποστηριζόταν από το Λονδίνο. Ο Στάλιν ήθελε την Πολωνία εντελώς άοπλη».

Αν σας ζητούσα έναν συσχετισμό ανάμεσα στην Πολωνία της εποχής του «Ανθρώπου από μάρμαρο» και στην Ελλάδα τού σήμερα τι θα λέγατε, λαμβανομένου υπόψη ότι και στις δύο χώρες, σε διαφορετικές εποχές, έγιναν συνταρακτικές αλλαγές;
«Στη ταινία "Ο άνθρωπος από μάρμαρο" έδειξα πώς ξυπνάει η συνείδηση της εργατικής τάξης. Η "συνέχειά" της, ο "Ανθρωπος από σίδερο" (1980), μιλάει για το κίνημα της "Αλληλεγγύης", που κέρδισε την ανεξαρτησία της Πολωνίας από τη Σοβιετική Ενωση. Οι Πολωνοί ποτέ δεν συμφώνησαν με τις αποφάσεις του Στάλιν και του Τσόρτσιλ στη Γιάλτα. Η σημερινή Ελλάδα, ωστόσο, παίρνει τις αποφάσεις σύμφωνα με τη βούληση του λαού της ως δημοκρατική χώρα, σε αντίθεση με την Πολωνία που, από το 1945 ως το 1989, ήταν απόλυτα εξαρτημένη από τη Σοβιετική Ενωση, οπότε έπρεπε πρώτα να απαλλαγεί από αυτά τα δεσμά».

Στη δεκαετία του 1980 η λέξη αλληλεγγύη και η έννοιά της απέκτησαν παγκόσμια δημοσιότητα και όλα ξεκίνησαν από την Πολωνία. Πιστεύετε ότι στην πάροδο του χρόνου η έννοια αυτή έχει φθαρεί;
«Η "Αλληλεγγύη" κατόρθωσε να φέρει την ελευθερία στην Πολωνία, αλλά ως συνδικαλιστική οργάνωση δεν μπόρεσε να κυβερνήσει επειδή ο σκοπός της ήταν να προστατεύει τα επαγγελματικά δικαιώματα των σωματείων. Δεν γινόταν λοιπόν να εκπροσωπεί όλη τη χώρα. Με την ίδρυση πολιτικών κομμάτων η "Αλληλεγγύη" επέστρεψε στον ρόλο της, αν και ενίοτε προσπαθεί να ανέβει ξανά στην πολιτική σκηνή της χώρας μας».

Με το «Κατίν» αναφερθήκατε σε ένα από τα πιο τρομακτικά κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας της πατρίδας σας. Πώς ερμηνεύετε όμως την επάνοδο της άκρας Δεξιάς και του ναζισμού σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Πολωνίας;
«Παρατηρώ αυτό το φαινόμενο με μεγάλη ανησυχία, γιατί έχω δει με τα μάτια μου τις φασιστικές σβάστικες και τον σοβιετικό κομμουνισμό. Στην Πολωνία ένας πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης πρότεινε τη δημόσια εκτέλεση ενός στους δέκα δημοσιογράφους από εφημερίδες που δημοσιεύουν αρνητικές κριτικές των ταινιών του. Φτάνει για αρχή!».

Γιατί μια ταινία για τον Λεχ Βαλέσα σήμερα;
«Ο Βαλέσα δεν απομακρύνθηκε μόνο από την πολιτική ζωή στην Πολωνία, αλλά συνεχίζει να πέφτει θύμα συκοφαντιών από διάφορα "μηδενικά", από ανθρώπους οι οποίοι οικειοποιούνται το πολιτικό έργο του και θέλουν πάση θυσία να τον σβήσουν από την πολωνική ιστορία. Με την ταινία αυτή θέλω να του αποδώσω τη δικαιοσύνη, την οποία αναμφισβήτητα αξίζει».

Το μεγάλο πρόβλημα των νέων


του Σαράντου Καργάκου, Εκπαιδευτικού - Ιστορικού - Συγγραφέως 

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η… εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε… Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers». Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι… πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής. Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους. 

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής – βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; 

Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου – και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα – απαιτούν τετραετία ! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά; Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς. 

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία – θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με… «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε… αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης). 

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά ! 

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία : να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί – ακόμη στο Δημοτικό – μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτo κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον». 

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν … Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν ! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. 

Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

8 Δεκεμβρίου 2012

Εὐάγγελος Λεμπέσης - Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ


Ένα από τα ριζοσπαστικότερα πνεύματα της Δεξιάς κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου υπήρξε ο κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης (1906- 1968).(Αναλυτική βιογραφία και εργογραφία του σημαντικού αυτού ανδρός επισυνάπτεται στο τέλος του κειμένου).
Στο πλέον γνωστό βιβλίο του “Ἡ Τεράστια Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ”, επιχειρεί μια κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου της βλακείας ή καλύτερα των βλακών. Το θέμα ελάχιστα είχε απασχολήσει τους κοινωνιολόγους της εποχής. Όπως γράφει ο ίδιος: «Ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ παρόντος δοκιμίου οὐδεμίαν προεργασίαν γνωρίζω καὶ συνεπῶς δέον νὰ κριθῶ ἐπιεικῶς, ὡς πάντη στερούμενος «βοηθημάτων». Τολμῶ ἐν τούτοις νὰ φρονῶ, ὅτι τούτων οὐδόλως παρίσταται ἀνάγκη, διότι ἀληθῶς ἐξαιρετικῶς μέγας εἶναι ὁ πλοῦτος τοῦ ἀμέσου κοινωνικοῦ ἐμπειρικοῦ ὑλικοῦ καὶ ἐλαχίστη ἡ ἐκ τῆς ἐλλείψεως γραπτῶν βοηθημάτων στενοχωρία τοῦ γράψαντος».

Αφιερώνει δε τη μελέτη τους «εἰς τοὺς δυναστευομένους: δηλονότι εἰς τοὺς εὐφυεῖς!»

Ι. Εισαγωγή
Εις την πολυπληθή κατηγορίαν των βλακών προσάπτεται ασφαλώς άδικος και επιστημονικώς εσφαλμένη μομφή, όταν ούτοι χαρακτηρίζονται είτε ως άχρηστοι και περιττόν βάρος της κοινωνίας, είτε ως παρασιτικοί, εκφράζεται δε συχνά η ανόητος — ως θα ίδωμεν — ευχή όπως ούτοι εκλείψουν. Το πρόβλημα των βλακών δεν είναι εν τούτοις απλούν όταν ληφθή πρώτον ύπ’ όψιν η στερεά και απολύτως αναγκαία θέσις, ήν ούτοι επαξίως κατέχουν εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ. Οι βλάκες διαιρούνται ούτως εις δύο όλως αντιθέτους μεταξύ των «ομάδας», διεπομένας όμως αμφοτέρας υπό του αυτού νόμου: του διαφορισμού

Η πρώτη εκ τούτων ομάς καταλαμβάνει ως γνωστόν τας υποδεεστέρας εν τη κοινωνία θέσεις, ήτοι ευρίσκεται εις τας κατωτάτας βαθμίδας τού κοινωνικού διαφορισμού. Πόσον ευεργετική διά την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμετάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θά υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: Άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορισμός, διότι αντί της ανισότητος , θα υπήρχεν ισότης, — έστω και εκ των άνω, δηλαδή θα ήσαν όλοι ευφυείς, όπερ από της απόψεως του διαφορισμού το αυτό: ως να ήσαν όλοι βλάκες· διότι ο διαφορισμός απαιτεί ρητώς και ευφυείς και βλάκας, περικοπτωμένων δε οιονδήποτε εκ των δύο τούτων σκελών του, αίρεται ολόκληρος. «Άνευ δε — κατ’ ακολουθίαν — τού διαφορισμού (καθισταμένου δυνατού μόνον διά της σοβαράς συμβολής των βλακών), δεν υπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπόν ή τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών,ήτις άλλως τε, υπό πάντων αναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εις τον κοινωνιολόγον είναι επιστημονικώς γνωστή.
ΙΙ.
Η κατά των βλακών καταφορά προκαλείται άλλως τε υπό της δευτέρας ομάδος αυτών, πλέον ενοχλητικής της πρώτης – αλλά και ενταύθα η καταφορά αύτη, έφ’ όσον εμφανίζεται ως λογική κρίσις, είναι ακοινωνιολόγητος, ήτοι αντεπιστημονική. Κατηγορούνται δηλαδή οι βλάκες της δευτέρας ταύτης κατηγορίας ότι παναξίως κατέχουν σπουδαίας εν τη κοινωνία θέσεις». ‘Αλλ’ η κρίσις αύτη προδίδει πλήρη μιας ωρισμένης μορφής του διαφορισμού άγνοιαν. Η μορφή αύτη – δεδομένη με φυσικήν αναγκαιότητι ως ο νόμος τού διαφορισμού είναι ο στοιχειώδης κανών: “δέκα βλάκες καθ’ ενός ευφυούς· δέκα ανίκανοι καθ’ ενός ικανού· δέκα αδύνατοι καθ’ ενός ισχυρού κ.ο.κ.”. Το φαινόμενον τούτο, κλασσικόν, τυπικόν καί αιώνέιον αφ’ ής υπάρχει ανθρωπίνη κοινωνία, δι’ όλης της Ιστορίας της ανθρωπότητος, δύνανται να είναι «τυχαίον»; Αλλά τυχαίον είναι ό,τι αδυνατεί να συλλάβη ο ανθρώπινος νούς. Ουδέποτε όμως ό,τι προ πολλού έχει συλληφθή εις τον θεμελειώδη νόμον του διαφορισμού. Και το μεν ψυχολογικόν ελατήριον του συνασπισμού των οπωσδήποτε «κάτω» κατά των οπωσδήποτε «άνω» είναι δεδομένη δια του ressentimaent.
Ο συνασπισμός των βλακών ενταύθα είναι μηχανική οργάνωσις βάσει της αρχής της «ελαχίστης προσπαθείας» προς αντιμετώπισιν ισχυροτέρας δυνάμεως εις το πρόσωπον των ολίγων ή του ενός. Η οργάνωσις αύτη περιωρισμένης εκτάσεως καλείται κοινωνιολογικώς κλίκα (clique).
2. Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως οργανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ήν μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ού και το μίσος του κατά του ατόμου και του ατομικισμού), δεύτερον δε εκ του ατομικού ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός είδους προλεταριάτον. Αποτελεί δε η τάσις αύτη αμάχητον σχεδόν τεκμήριον περί του βαθμού της πνευματικής του αναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι «πνευματικαί» περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. (Εις το φαινόμενον τούτο οφείλει τον εκφυλισμόν του λ.χ. ο μασσωνισμός, oι απανταχού Ροταριανοί 0μιλοι, όλοι oι «πνευματικοί» σύλλογοι, καί αυτή αύτη η… Κοινωνία των Εθνών!).
Επόμενον είναι, κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγελαίας αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας, από του πάσης φύσεως παρεμβατισμού η «διευθυνομένης οικονομίας» ή 4ης Αυγούστου μέχρι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού («Άλλοι είναι οι εκμεταλλευταί των θεωριών αυτών). Τούτων δεδομένων εξηγείται καί η ατελεύτητος και αυστηροτάτη επιλογή βλακών εις τά ομαδικά συστήματα, η οποία, τη βοηθεία μιας πολιτικής βίας, κατοχυρούται και ως πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς (4η Αύγούστου), τόσω μάλλον, όσο η ελευθερία της σκέψεως (χρήσιμος μόνον εις εκείνους, οίτινες διαθέτουν σκέψιν), είναι μονίμως και εξόχως αντιπαθητική εις τους βλάκας, διότι ασκουμένη υπό των άλλων, στρέφεται εναντίον των, ιδία οσάκις ούτοι κατέχουν εξουσιαστικάς θέσεις, ή έχουν συνδέση συμφέροντα με τους κατέχοντας αυτάς. Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία (ίδε κατωτέρω) τούς προορίζουν άλλως τε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας. Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικαί συγκεντρώσεις και causerie τρεφομένη εκ των περιεχομένων των εφημερίδων και των ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) και διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος.
ΙΙΙ

3. Αλλά πόθεν είναι δεδομένη η πραγματική δυνατότης της αποτελεσματικής δράσεως της βλακικής αγέλης; Η δυνατότης αύτη είναι δεδομένη απολύτως αντικειμενικώς και ανεξαρτήτως τού ψυχολογικού ελατηρίου (τού ressentiment), το οποίον άλλως ουδεμίαν θα είχε κοινωνικήν δράσιν και ακολούθως κοινωνιολογικήν σημασίαν. Είναι δεδομένη εκ της μοιραίας θέσεως την οποίαν κατέχουν εις την κλίμακα του κοινωνικού διαφορισμού οι βλάκες, θέσεως εις την οποίαν είναι αναντικατάστατοι – διότι είναι θέσις υποδεεστέρα – αλλά και απολύτως απαραίτητος δια τον όλον κοινωνικόν μηχανισμόν, ο οποίος βασίζεται απολύτως εις τας κατωτέρας αυτού βαθμίδας.
Ευκρινέστατα διαφαίνεται η εξάρτησις αύτη των ανωτέρω βαθμίδων (και προσώπων) από των κατωτέρων τοιούτων όπου αύτη λαμβάνει μορφάς καθαρώς εκβιαστικάς, τας όποίας γνωρίζουν πάντες οι κοινωνικοί άνθρωποι. Ως παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση η παρέλκυσις ή ο ενταφιασμός μιας ύποθέσεως εις οιανδήποτε υπηρεσίαν υπό κατωτέρων υπαλλήλων, η έκδοσις εντάλματος συλλήψεως κατά καταζητουμένου εκληματίου, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν τα κατώτερα αστυνομικά όργανα είναι αλληλέγγυα προς αυτόν κλπ. κλπ.
4. Λαμβανομένης ήδη ύπ’ όψιν της επικαίρου ταύτης θέσεως των κατωτέρων βαθμίδων (και προσώπων) εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ καθίσταται απολύτως νοητή και η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας δια κοινού μεταξύ των συνασπισμού αναδεικνύοντος εαυτούς και αλλήλους άφ’ ενός μεν δι’ οργανωμένης αντιστάσεως (boycotage) προς τα άνω και παραλύσεως των τυχόν αντιθέτων ενεργειών των υπερκειμένων παραγόντων προς ανάδειξιν άλλου, πράγματι ικανού, προσώπου, αφ’ ετέρου δε δι’ οργανωμένης προωθήσεως προσώπου εκ των κόλπων αυτών, προς την ανωτέραν βαθμίδα. Το φαινόμενον τούτο καλείται κλίκα. Ότι την εξέλιξιν ταύτην ουδείς δύναται να σταματήση είναι φανερόν, όσον είναι φανερά η νομοτελειακή συνάρτησις των ως άνω δεδομένων. Κατά την αυτήν συνάρτησιν το φαινόμενον συνεχίζεται: «ενός βλακός προκειμένου μύριοι έπονται» - ο δε ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήση ο ίδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού, μέχρις ότου η μία βιαία έξωθεν επέμβασις, υπαγορευομένη υπό της ανάγκης άλλου τινός κοινωνικού οργανισμού  ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τοιούτου οργανισμού εκ των έσω, επιφέρει θεμελιώδη τινά ανατροπήν, ή και αυτόν τούτον τον τερματισμόν του βίου του εκφυλισθέντος οργανισμού. Ούτω λ.χ., εις παρομοίαν περίπτωσιν η το 1910 ανελθούσα κοινωνική ομάς ανέτρεψε την ιεραρχίαν των αξιών και των προσώπων και εντός του παλαιοκομματισμού, καταστήσασα δυνατήν την υπεφαλάγγισιν των παλαιών αυτού αρχηγών υπό νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.). Ως παράδειγμα δια την δευτέραν περίπτωσιν δύναται να θεωρηθή η άνευ ουδεμιάς αντιστάσεως παράδοσις της εξουσίας υπό της παλαιάς κρατούσης κοινωνικής ομάδος εις την αναίμακτον «επανάστασιν» τού 1909. Πλείστα άλλα παραδείγματα αποσυνθέσεως ορισμένων άλλοτε ισχυρών οργανισμών: του Βενιζελισμού και του Αντιβενιζελισμού παρατηρούνται σήμερον, μερικών εκ των οποίων αλλαχού δίδεται η ανάλυσις.
5. Αλλά και οι άνευ συνασπισμού και οργανώσεως – άνευ«κλίκας» – ανερχόμενοι βλάκες ή ανίκανοι γενικώς, ατομικώς και μόνον επικρατούντες, ευρίσκονται εν τούτοις δεσμευμένοι υπό του κοινωνικού διαφορισμού εις ίσον βαθμόν ως και οι οργανωμένοι τοιούτοι. Διότι αντικειμενικώς αι θέσεις τας οποίας λαμβάνουν είναι τοιαύται, ώστε η ανεπάρκειά των ή να είναι πλεονεκτική ή να είναι ανεκτή, ούδέποτε όμως θέσεις απαιτούσαι πραγματικά προσόντα, εκ των οποίων – και αν ακόμη φθάνουν εις αυτάς – ανατρέπονται και κρημνίζονται εις την πρώτην αντίξοον περίστασιν και υπό μεγάλου τινός ή μικρού πνέοντος ανέμου.
Ούτω λ.χ. πολλοί εξ αυτών κατέλαβον διαδοχικώς πλείστα αξιώματα της κοινωνίας και της πολιτείας, από του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι του «Προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Εγγύων Μυιών», του «Γενικού Γραμματέως της Γενικής Συνομοσπονδίας Πωλητών Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., αξιώματα βεβαίως, τα οποία ουδέποτε θα επιδιώξη σοβαρώς απασχολούμενος άνθρωπος. Εις τα αξιώματα ταύτα προστίθενται φυσικά και διακρίσεις οίον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ. τα οποία ανέκαθεν απετέλεσαν ευπρόσδεκτα και ζωηρώς καταζητούμενα θέματα μεγάλων σατυρικών έργων της λογοτεχνίας, ένθα απηθανατίσθη ο ανώνυμος ούτος κοινωνικός τύπος. Την άνοδον αυτού διευκολύνουν πλείστα προς τούτο ειδικά προσόντα: η παντελής έλλειψις προσωπικότητος, ήτις εκδηλούται εις την χρονίαν απουσίαν γνώμης επί παντός ζητήματος, εις τον φόβον προ της ενδεχομένης διαφωνίας προς πάντα άνθρωπον, η ολιγόλογος ανιαρότης αυτού, εκλαμβανομένη υπό των αφελών ως βαθύνοια και σοβαρότης, οφειλομένη δε πράγματι εις ανεπανόρθωτον έλλειψιν πνεύματος και πολιτισμού, κλπ. (Τοιούτοι λ.χ. δύο κλασσικοί και αντίθετοι τύποι σοβαροφανών βλακών: ο «ψωνίζων» και ο «cαυseυr». Ο «ψωνίζων» έχει έκδηλον στίγμα την βλακώδη πονηρίαν εις το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος, ένθα -παρά τοις ανθρώποις – κείται συνήθως το πρόσωπον.
Η ευφυΐα του, την οποίαν πιστεύει ότι έχει και ότι την κρύπτει επιμελώς, συνίσταται εις το ν’ ακούη μόνον τα λεγόμενα των άλλων, συνοδεύων αυτά με εξυπνώδες τι ηλίθιον μειδίαμα. Δεν απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» διά να «εκτεθή». Πάντα άνθρωπον κατ’ αρχήν θεωρεί ως εχθρόν ενεδρεύοντα να του αρπάση καμμίαν εκδήλωσιν δια να τον «εκθέση κακοήθως εις τους εχθρούς του. Πάντα δε άνθρωπον κατ’ αρχήν εκφράζοντα γνώμας θεωρεί άνευ δισταγμού βλάκα, κρύπτων ο ίδιος επιμελώς την ευφυΐαν του όπισθεν συγκαταβατικού μειδιάματος. ‘Εχει την ευφυεστάτην άποψιν, ότι ηλίθιοι ήσαν πάντες οι έχοντες γνώμην, οι γράψαντες βιβλία, ότι ο Κάντ αδίκως εφιλοσόφησε και ο Μπετόβεν διέπραξε μεγίστην ηλιθιότητα συνθέσας τας μουσικάς του συμφωνίας. Η περιφρόνησίς του προς τους διανοουμένους και ιδίως τους αγωνιζομένους εξ αυτών και προς τους καλλιτέχνας είναι απέραντος, περί δε των ευφυολόγων φρονεί ότι πρόκειται περί γελωτοποιών τεταγμένων να τον διασκεδάζουν, γελά δε ουχί λόγω των ευφυολογημάτων των, αλλά λόγω της βλακείας των να λέγουν ευφυολογήματα άνευ πρακτικού τινος λόγου. Πάσας τας ανοησίας ταύτας των καλουμένων ευφυών καλύπτει ο «ψωνίζων» με μειδίαμα αυτοπεποιθήσεως, συγκαταβάσεως και μετριόφρονος υπεροχής…
Ο causeur συνάδελφος του ανωτέρω αποτελεί αληθή κοινωνικήν μάστιγα, διότι ως causerie εκλαμβάνει το να λέγη εις τους χειμαζομένους συνανθρώπους τί ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας, τί ήκουσεν εις το ραδιόφωνον και τί του είπον διάφοροι καθ’ οδόν, εξικνούμενος έστιν ότε εις τα σχόλιά του, όταν αποφασίση να σχολιάση, εις δυσθεώρητα ύψη οξυδερκείας και πνευματικής χάριτος: ότι λ.χ. κατά την νύκτα «αναμφιβόλως» επικρατεί σκότος, την δε βροχήν ακολουθεί οπωσδήποτε η υγρασία…).

Εις ταύτα προστίθεται ενίοτε και η «προστατευτική» στάσις αυτού έναντι των πνευματικώς ανωτέρων του, σκοπούσα την υποτίμησιν αυτών εις τα όμματα του κόσμου κλπ. Με γενικόν και ανεπανόρθωτον αποτέλεσμα την κατάκτησιν της γενικής «συμπαθείας» του κόσμου και την απονομήν του περιφήμου διπλώματος του «συμπαθούς», κατά του οποίου, δι’ αιματηράς σατύρας εξηγέρθησαν εv σώματι όλοι οι πνευματώδεις άνθρωποι των αιώνων, οι αφήσαντες τα επισκεπτήριά των εις τας σελίδας της Ιστορίας, θεωρήσαντες αυτό – άγνωστον διατί – ως την δεινοτέραν ύβριν.
ΙV
6. Ένδιαφέρον είναι τέλος ενταύθα το φαινόμενον μερικών ευφυών ανθρώπων, οίτινες, ενστικτωδώς διαισθανόμενοι τον κοινωνικώς ανυπέρβλητον ρόλον των βλακών και την λαμπράν κοινωνικήν αυτών σταδιοδρομίαν – εv τη «χρυση» μέση οδώ της μετριότητος εννοείται – αποφασίζουν να υποδυθούν τον ρόλον αυτόν, όπως ανέλθουν δια της μεθόδου της «νύσσης», ως αύτη ευφυέστατα αποκαλείται παρά τω λαώ.
Αλλ’ ο ρόλος ούτος είναι εξαιρέτως δύσκολος εκ δύο λόγων: Πρώτον υποκειμενικώς η ύπαρξις πνευματικής και ψυχικής ζωής έχει ως γνωστόν αναποτρέπτους αντανακλάσεις επί της εξωτερικής φυσιογνωμίας, αίτινες με την τελειοτέραν υπόκρισιν, δύσκολον είναι ν’ αποκρυβούν, πλην της περιπτώσεως καθ’ ήν είναι δεδομένον τάλαντον μεγάλου ήθοποιού. Η απλή Παρουσία του ευφυούς ανθρώπου είναι κατά κανόνα, διά τον βλάκα, εις το έπακρον προκλητική. Το ψυχολογικόν σύμπλεγμα των συναισθημάτων, το οποίον αύτη εξαπολύει παρ’ αυτώ είναι το αυτό ακριβώς με εκείνο του καταδιωκομένου και πανικοβλήτου ζώου ή άνθρώπου, εν καταστάσει φυγής ή άμύνης. Τό μίσος, ο φόβος, ο φθόνος μετά του θράσους συμπλέκονται κατά τρόπον, δηλούντα δια τον εξησκημένον οφθαλμόν σαφώς εις πάσαν φράσιν – ίδία «υποτιμητικήν» ή μειωτικήν» – την κατάστασιν αμύνης. Δεύτερον από της απόψεως του βλακός, η ένστικτος καχυποψία αυτού είναι τοιαύτη, ώστε η υπόκρισις του ευφυούς ν’ αποβαίνη ματαια, η δε πραγματική ειλικρίνεια αυτού να εκλαμβάνεται ως υπόκρισις. Ο βλάξ, ως πλησιέστερος προς το ζωϊκόν βασίλειον, έχει την ένστικτον καχυποψίαν ούτω ανεπτυγμένην, ώστε ν’ αδυνατή να διαγνώση ή να εννοήση συλλογισμούς και λογικούς υπολογισμούς του ευφυούς, βασιζομένους όχι εις το ένστικτον αλλά εις την διάνοιαν. ‘Αοπλος και ανυπεράσπιστος έναντι των ψυχρών υπολογισμών της ξένης διανοίας, ής ο μηχανισμός τυγχάνει εις αυτόν νοητικώς απροσπέλαστος, μίαν μόνην άμυναν διαθέτει, ακριβώς όπως το ζώον και ο πρωτόγονος άνθρωπος: την ένστικτον καχυποψίαν. (0ύτω εξηγείται και η φυσική και πνευματική κατωτερότης των λαών, οίτινες εμπνέονται βασικώς υπό της καχυποψίας, -ήν αυταρέσκως εκλαμβάνουν ως «ευφυίαν», – Έναντι τών ευρωπαίων, οίτινες ουδεμίαν ανάγκην έχουν αυ τής, ως αντιλαμβανόμενοι νοητικώς τον κόσμον.
Εκ τούτων επίσης φαίνεται σαφώς, ότι η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρεία είναι ακριβώς το αντίθετον της ευφυίας ως προς τον όλον αυτής εκτοπιζομένης πάντοτε υπό της δευτέρας. Λέγομεν αντίθετος μόνον ως προς τον ρόλον, διότι η διάνοια δεν είναι τι το ανεξάρτητον ή αντίθετον του ενστίκτου, αλλά τουναντίον η ανάπτυξις και ο δια λογικών μέσων πλουτισμός αυτού εις την αρχικήν αυτού πάντοτε κατεύθυνσιν.
7. Πονηρία είναι η ενεργητική όψις της καχυποψίας και το δεύτερον στάδιον αυτής, ήτοι η δράσις αυτής, δράσις όμως ζωϊκώς αμυντικής φύσεως, διότι προϋποθέτει την «πνευματικήν» κατωτερότητα και την «πνευματικήν» αμηχανίαν του βλακός, ως ζώου ενστικτώδους και «πνευματικώς» πανικοβλήτου. Η απλή καχυποψία είναι άμυνα παθητικής φύσεως,καθ΄ ο μη ενεργούσα επί άλλων ατόμων. Η πονηρία είναι άμυνα ενεργητικής φύσεως, διότι αποτελεί εγκεφαλικήν ενέργειαν, σχηματισμόν συλλογισμών και συμπερασμάτων, αγόντων εις πράξεις («τον εγέλασε» κ.λπ.) και συνεπώς ενεργεί επί άλλων ατόμων. (Άσχετον το ζήτημα της βλακώδους ποιότητος των συλλογισμών και συμπερασμάτων).
Η χρησιμοποίησις ήδη των βλακωδών τούτων συλλογισμών και συμπερασμάτων, με μιαν λέξιν της πονηρίας, χρησιμοποίησις όμως γενικώτερον ψυχολογικώς επιδρώσα επί του άλλου ατόμου, ήτοι χρησιμοποίησις αυτής εν συνδυασμώ με στοιχεία κατωτάτης πνευματικής υποστάθμης (κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, «συμπαθής» μορφή τού βλακός ακόμη, επίκλησις της πολυτεκνίας του, προσφορά ανηθίκων καί ευκόλων υπηρεσιών εις το κολακευόμενον πρόσωπον, «χαφιεδισμός», «ξεσκονίσματα», το «ποιείν τον καραγκιόζην», ή τον gigolot, χειροφιλήματα προς τον «Εθνικόν Κυβερνήτην», εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων, μεταφορά λαχανικών, κλπ. κλπ.) τοιαύτη, λέγομεν, χρησιμοποίησις της πονηρίας, κατάστασις θετική, ενεργός και προσοδοφόρος, καλείται επιτηδειότης.
Και εδώ συμβαίνει κοσμοϊστορικόν γεγονός: ότι η δύναμις των μέσων τούτων επικρατήσεως των βλακών είναι τοιαύτη – λόγω της ευτελείας και της διανοητικής κατωτερότητος των κολακευομένων προσώπων – ώστε ο βλάξ, κατά παράβασιν – φαινομενικώς – της βλακείας του, νά φθάνη εις τον σκοπόν του και να προωθείται ή να επικρατή! Δεν γνωρίζομεν όμως τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και ψυχολογικώς η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: εκείνη, ήτις διαπράττει τ’ ανωτέρω, ή έκείνη -διότι δημιουργείται και δευτέρα – ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας! (Εις την κατηγορίαν αυτήν ανήκουν και οι «ευφυέστατοι» εκείνοι αρριβισταί πάσης φύσεως του δημοσίου βίου, οι οποίοι φρονούν ότι δεν έχει καμμίαν σημασίαν τί λέγει και τί πράττει τις σήμερον και αύριον, διότι «εν τη συγχίσει του λαού τα πάντα λησμονούνται», παραγνωρίζοντες οι ατυχείς το γεγονός, ότι αν τυχόν λησμονεί ο «λαός», δεν λησμονούν όμως τα στελέχη καί οι ηγέται του και ότι και αν ακόμη ολόκληρος ο λαός αποτελείται από λωποδύτας και παληανθρώπους, ο αυτός όμως ακριβώς λαός έχει την μοχθηράν αξίωσιν να μη είναι τοιούτοι oι παρ’ αυτού αναδεικνυόμενοι, ή εκείνοι oι οποίοι οπωσδήποτε επηρεάζουν τας τύχας του, τους οποίους, εξ ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως και δικαιοσύνης — διότι εφωδιασμένοι αυτοί με περισσότερα μέσα του κάμνουν αθέμιτον ανταγωνισμόν — επιθυμεί άσπίλους, ή άλλωςτιμωρεί. Διότι μόνον από της απόψεως της δευτέρας ταύτης κατηγορίας βλακών δύναται νά τεθή το ερώτημα: «ποίος είναι βλάξ, ο κολακεύων, ήαντιθέτως ο κολακευόμενος;»
‘Αλλ’ ότι πάντα ταύτα τα μέσα της «επιτηδειότητος» είναι άσχετα εντελώς με την ευφυίαν, και ότι ουδείς ευφυής έχει ανάγκην να τα χρησιμοποιήση, διότι ούτος επικρατεί διά τηςάξίας του, δεν αμφισβητείται. Ότι είναι τα ευκολώτερα «πνευματικώς» μέσα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστεύση εις την ειλικρίνειαν του επιτηδείου είναι βλάξ δεν αμφισβητείται.
Πώς όμως δύναται ν’αμφισβητηθή ότι εάν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ αναγκαίως θα είναι και ο πείθων ένα βλάκα; Διότι — αλλοίμονον! —ουδείς ευφυής μέχρι τούδε κατώρθωσε νά πείση βλάκα και ουδεμία συνεννόησις επιτεύχθη ποτέ μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων.«Δύο κεφαλαί δια να συνεννοηθούν πρέπει να είναι ή εξ ίσου κεναί, ή εξ ίσου πλήρεις» είπε κάποτε επιγραμματικώτατα ο πρύτανις της Ελληνικής δημοσιογραφίας, διευθυντής της «Νέας Ημέρας». Η κλασσική εκάστοτε αποτυχία των ευφυών εκείνων ανθρώπων, οίτινες ποτέ επειράθησαν προς στιγμήν να εισέλθουν εις τον ψυχοδιανοητικόν κόσμον των βλακών, διά να τους πλησιάσουν όπως επιτύχουν τι παρά των πανισχύρων τούτων εξουσιαστών των υψηλοτέρων αξιωμάτων, υπήρξε πράγματι τραγική μέχρι σημείου, ώστε να οδηγηθούν oι ατυχείς ούτοι εις την απελπισίαν, ενίοτε δε και εις τον τερματισμόν της σταδιοδρομίας των και εις τον θάνατον, ενώ ουδέν ποτέ νέφος διετάραξε την αγαστήν σύμπνοιαν μεταξύ των βλακών…
Κατ’ αδήριτον συνέπειαν η ως άνω δευτέρα κατηγορία αυτών θεωρεί τους ευφυείς αυτούς ως βλάκας! Υπάρχει και τρίτη κατηγορία βλακών, κυνικωτέρα και κομψοπρεπώς παροξύνουσα τα πράγματα: «Η μεγαλυτέρα βλακεία είναι η ευφυΐα!», λέγει αϋτη ώφελιμιστικώς κρίνουσα καί μή καθορίζουσα έπακριβώςτήν… Ιδίαν αύτής θέσιν.
8. Αν ο βλάξ καταφεύγει εις την επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων εκ της αυτής ελλείψεως ανωτέρων πνευματικών μέσων ωθείται και προς την απάτην. Απάτη είναι ως γνωστόν η αποσιώπησις της αληθείας ή η παράστασις ψευδών πραγμάτων ως αληθών.

‘Εξ αυτού τούτου του ορισμού αυτής συνάγεται ότι η απάτη δεν ανάγεται εις την εύφυίαν του απατεώνος, — διότι πάς άνθρωπος δύναται να παραστήση ψευδώς πράγματα ως αληθή και αυτός ούτος ο βλάξ, — αλλ’ εις την ευπιστίαν του θύματος. Ότι λοιπόν καταφεύγει εις αυτήν, ως διανοητικώς ευκολώτερον μέσον ο βλάξ, επειδή, στερούμενος ευφυΐας, είναι ανίκανος να μεταχειρισθή έντιμα μέσα, είναι αυτονόητον, διότι έντιμα μέσα — ως δυσκολώτερα — χρησιμοποιεί μόνον ο κεκτημένος πραγματικήν ατομικήν αξίαν. Πόθεν λοιπόν προέρχεται ηευρέως διαδεδομένη αντίληψις, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάξ, αλλ’ αναγκαίως είναι ευφυής, αντί της ως άνω αναλύσεως, εξ ής αντιθέτως προκύπτει, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι ευφυής, αλλ’ είναι αναγκαίως βλάξ; Η αντίληψις αύτη προέρχεται εκ της «θεωρίας» τού βλακός περί της ευπιστίας. Ειθισμένος ο βλάξ να «σκέπτεται» ουχί διά του νοητικού μηχανισμού, αλλά δια χονδροειδών έξωθεν εντνπώσεων, δεν ερευνά τας αιτιοκρατικάς σχέσεις, αλλά περιορίζεται εις το γεγονός μιας επιτυχούσης απάτης, γεγονός εξ ού και μόνου συνάγει την βλακείαν του θύματος και την ευφυΐαν του απατεώνος.
Ότι η απάτη δεν οφείλεται εις ευφυίαν ανελύθη, νομίζομεν επαρκώς. Ότι όμως η ευπιστία του θύματος αποτελεί βλακείαν , τούτο είναι αληθές μνημείον βλακικής «διανοίας» καί πολιτιστικής υποστάθμης. Διότι η ευπιστία ενός ατόμον, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα (καί συνεπώς ως ευφυά), είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του αναπτύξεως και του πολιτισμού του. ‘Οσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της εύφυίας καί του πολιτισμού ίσταται εν άτομον ή είς λαός (οι Ευρωπαίοι εν σχέσει προς τους Ανατολίτας) τόσον περισσότερον εύπιστος είναι. Ο τελευταίος των βλακών θα ηδύνατο να εξαπατήση ένα Κάντ ή ένα Μπετόβεv και ο τελευταίος των Ελλήνων ένα Ευρωπαίον… Το μειδίαμα του οίκτου,το οποίον ρίπτουν οι «αφελείς» «κουτόφραγκοι», δημιουργοί τωνΠνευματικών αξιών και εξουσιασταί του κόσμου, επί των δυστυχών «έξυπνων» της Μεσογείου και της Ανατολής, ας είναι και η τιμωρία των βλακών και δια την «θεωρίαν» των ταύτην!
V
9. «Οτι ο βλάξ, ακολουθών την ένστικτον αυτού καχυποψίαν, ευρίσκεται εντός της πραγματικότητος, τούτο είναι αναμφισβήτητον, θέτει δε αυτόν εν τω Κοινωνικώ βίω εις «ανωτέραν» μοίραν λ.χ. του μεταφυσικού, του όποΙου ο ενστικτώδης κόσμος έχει υποστή – νοσηράν – ατροφίαν, έναντι του διανοητικού αυτού κόσμου, όστις έχασε πάσαν επαφήν μετά της πραγματικότητος. Εάν δεχθώμεν – ως υποχρεούμεθα -πρώτον ότι το ένστικτον είναιαλάθητον, καθ’ ό ανεξήγητον και άφθαρτον. Δεύτερον ότι ο κόσμος των ενστίκτων είναι ο κατ’ εξοχήν φυσικώς υγιής κόσμος.
Τρίτον ότι η κοινωνία ως συνέχεια της φύσεως είναι υγειής οργανισμός, απαρτιζόμενος υπό υγειών ατόμων – τότε το συμπέρασμα Περί της υπεροχής του βλακός επί του μεταφυσικού εν τη κοινωνία, είναι συμπέρασμα αναγκαστικόν και ανέκκλητον, επαληθευόμενον άλλως τε, κατά φυσικήν αναγκαιότητα, υπ’ αυτής ταύτης της κοινωνικής πραγματικότητος όλων των εποχών και των λαών. Το ότι οι μεταφυσικοί επεκράτησαν (όχι ήνθισαν) εις εποχάς παρακμής των κοινωνιών δεν είναι «τυχαίον». Ο βλάξ, ως ελέχθη και ανωτέρω, διαισθανόμενος εν τη καχυποψία του την επίθεσιν εκ μέρους του ευφυούς, είναι θεμελιωδώς εντός της πραγματικότητος, διότι διαισθάνεται ορθώς τον κίνδυνον να περιέλθη κοινωνικώς εις την κάτω τάξιν. Εάν δια της καχυποψίας αυτής και μόνης προστατεύεται έναντι του φυσικού αυτού προορισμού του, τούτο είναι άλλο ζήτημα. Φανερόν είναι, ότι το ένστικτον αποτελεί μέσον προσανατολισμού και στοιχειώδους αμύνης εις τον πρωτόγονον άνθρωπον, όχι όμως μέσον κατισχύσεως και υπεροχής εν προηγμένη κοινωνία μετά προηγουμένου κοινωνικού διαφορισμού και αναπτύξεως των νοητικών του ανθρώπου μέσων (των όποιων η κατ’ άτομα ανισότης είναι εξ ίσου φυσικώς δεδομένη). Ο βλάξ ομοιάζει ενταύθα το ζώον, το όποίον εξ ενστίκτου γνωρίζει να διαφεύγη πάντα κίνδυνον – πλήν ανωτέρας ωμής βίας – εις την Ζούγκλαν, εισερχόμενον όμως εις κεντρικήν οδόν μεγαλουπόλεως, ευρίσκεται αιφνιδίως υπό τους τροχούς αυτοκινήτου.
Τούτο είναι άγνωστος και ακατανόητος εις αυτό μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατά τελευταίον λόγον εις το ένστικτον του ανθρώπου, κατασκευασθείσα όμως δια της διανοίας του. Πώς ήδη οι πνευματικώς κατώτεροι άνθρωποι ευρίσκονται υπό τους τροχούς διαφόρων κοινωνικών «αυτοκινήτων», – τούτο δεικνύει η θέσις αυτών εις την κάτω τάξιν. Την «μηχανήν» αυτήν είναι βεβαίως αδύνατον να διαφύγη και ο βλάξ, του οποίου και η άνοδος είναι αυστηρώς εντός ωρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. «Οτι δε τέλος ο μεταφυσικός ουδέ το ζώον, ουδέ τον βλάκα δύναται να περιπλέξη εις τροχούς, τούτο είναι ευνόητον εκ του γεγονότος, ότι ούτος φέρεται επί του Πηγάσου…
VI
10. Ως προς την κοινωνικήν προέλευσιν των βλακών διαπιστούται ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι «ταξική».Η πονηρά φύσις δεν έδωκεν εις ωρισμένην τινά κοινωνικήν τάξιν το επίζηλον τούτο προνόμιον. Έπεδαψίλευσεν ίσως, ως φαίνεται, εις την εκάστοτε άνω τάξιν τους διασκεδαστικωτέρους απλώς τύπους βλακών, αλλά δεν εστέρησεν ουδεμίαν άλλην κοινωνικήν τάξιν της σοβαράς συμβολής των. Ο βλάξ υπουργός, ο αγόμενος και φερόμενος υπό των υπαλλήλων του και τα μέλη ενός εργατικού σωματείου, τα οποία εκμεταλλεύεται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος, ότι η βλακεία δεν έχει ταξικήν την πατρίδα.
Ψυχολογικά δε είναι κυρίως τα περιεχόμενα, τα οποία δημιουργούν τας ποικιλίας και παραλλαγάς μεταξύ) των βλακών. o fils a papa της άνω τάξεως, ο οποίος, λόγω φυσικής ατροφίας του βουλητικού του κόσμου, λαμβάνει σοβαρώς υπ’ όψιν την ατελεύτητον σειράν των απαγορεύσεων της οικογενείας του, στερούμενος δε και ιδίας πνευματικότητος, καταντά εις το τέλος τύπος χωρίς την ελαχίστην προσωπικότητα, ονομάζεται υπό της τάξεώς του επιεικέστατα «καλό παιδί», εις δε την αντικειμενικήν διάλεκτον θα ηδύνατο να αποκληθή «ευπρεπής βλάξ», ενώ το «τέκνον του λαού» εις την αυτήν περίπτωσιν ονομάζεται υπό του ευφυεστέρου και κυριελεκτούντος λαού δραστικώτατα «κόπανος»
Σημαντικώς αυστηροτέρα είναι επομένως η φυσική επιλογή εντός της κάτω τάξεως: ενώ λ.χ. ο fils a papa εις την μαθητικήν ηλικίαν τυγχάνει της αγωγής, των μορφωτικών μέσων και των περιποιήσεων της τάξεώς του και παραμένει ψυχικώς αμείωτος - όπερ επαυξάνει την γελοίαν αυτοπεποίθησίν του εις πρεσβυτέραν ηλικίαν – δυνάμενος να φθάση ανενοχλήτως και εις υψηλά αξιώματα, η δε ατομική του ύπαρξις – ως μη ώφειλε – είναι γνωστή εν τη κοινωvία· αντιθέτως το τέκνον του λαού και σκληρώτερον χειραγωγείται υπό των γονέων του και των συμμαθητών του εν τω σχολείω μέχρι πλήρους ψυχικής εξουθενώσεως δια σκληράς υποτιμήσεως, προπηλακισμών, φαρσών, ύβρεων και βιαιοπραγιών και δυσκολώτερον είναι – κατόπιν τούτων – ν’ ανέλθει την κοινωνικήν κλίμακα, ο δε βλάξ των λαϊκών τάξεων ούτως και συμπαθέστερος είναι και άγνωστος και ακινδυνώτερος και ολιγώτερον γελοίος, καθ’ ο σεμνότερος και εστερημένος της αυτοπεποιθήσεως ή επάρσεως του βλακός των άνω τάξεων (εις τον οποίον, λόγω ατροφίας τού βουλητικού του και τής μαλθακότητος του οικογενειακού του περιβάλλοντος προστίθεται έστιν ότε και αηδής γυναικωτός χαρακτήρ). Ενιαίον όμως είναι το πνευματικόν προλεταριάτον πάσης ταξικής καταγωγής.
VII
11.Η ηθική τέλος σχέσις μεταξύ βλακός και επιτηδείου ή απατεώνος είναι απροσδοκήτως διάφορος της ήν εκλαμβάνει συνήθως η «κοινή γνώμη». Ο συνήθης κοινωνικός άνθρωπος θεωρεί τον επιτήδειον και τον απατεώνα ως ανηθίκους μεν, άλλ’ ως υποδιαιρέσεις του ευφυούς. «Όλως το αντίθετον όμως συμβαίνει: ο επιτήδειος και ο απατεών είναι ακριβώς υποδιαιρέσεις τού βλακός. Καί ιδού πώς: Είπομεν ανωτέρω ότι η πονηρία – εκτός εάν είναι μέσον αμύνης των ευφυών, ουχί κατά των βλακών, αλλά κατά της πονηρίας των – αποτελεί φυσικήν ιδιότητα των βλακών και δη φυσικήν συνέπειαν του γεγονότος, ότι, λόγω ατροφίας του νοητικού των μηχανισμού, αποτελεί αύτη την μόνην άμυναν αυτών κατά πάσης έξωθεν επιθέσεως.
Από της διαπιστώσεως της αληθείας ταύτης μέχρι της ακολούθου αληθείας υπάρχει έv και μόνον βήμα: ότι μόνον ο πνευματικώς ανάπηρος έχει ανάγκην της επιτηδειότητος και της απάτης δια να προωθηθή ή να επικρατήση. Ουδείς άνθρωπος άξίας έχει ανάγκην να γίνη επιτήδειος ή απατεών.Η καθημερινή κοινωνική πείρα διδάσκει ότι τα επίθετα ταύτα ουδέποτε κατώρθωσαν να «κολλήσουν» εις ανθρώπους πραγματικής αξίας, οι οποίοι, εάν υπήρξαν μισητοί, εχαρακτηρίσθησαν ίσως ως «κακοί», ως «καταχθόνιοι», ως «γόητες», ως «τορπιλληταί» ή ως «λιβελλογράφοι», ουδέποτε όμως ως επιτήδειοι ή απατεώνες, και όταν ακόμη υπήρξαν συντηρητικοί εις τας σχέσεις των μετά των λοιπών ανθρώπων και κατώρθωσαν πάντοτε να προωθηθούν ή να επικρατήσουν.
Απόλυτος εσωτερική συνέπεια της πνευματικής αναπηρίας του βλακός είναι άλλως τε όχι μόνον η αγελαία του τάσις, όχι μόνον η προώθησίς του «πλάτην μέ πλάτην» με την λεγεώνα των ομοίων του, όχι μόνον η προσφυγή εις τα ευτελέστερα μέσα της επιτηδειότητος, την έλλειψιν αντιθέτου γνώμης, την προσφοράν ευκόλων και ανηθίκων εκδουλεύσεων και την κολακείαν, αλλά και η συστηματική αποφυγή πάσης συγκρούσεως και πάσης μάχης. Και όταν ακόμη ο βλάξ, υπό την μορφήν του επιτηδείου ή του απατεώνος, εξαναγκασθή να δώση μάχην, θα δώση αυτήν δια των πνευματικώς ευκολοτέρων καί συνεπώς των ανηθικωτέρων «όπλων»: του ψεύδους, της διαστροφής, της ραδιουργίας και της συκοφαντίας.
Εξ ού έπεται το ακλόνητον δόγμα: και η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προνόμιον των βλακών!

Επίμετρον – Αυτοβιογραφικά στοιχεία από τον Ευάγγελο Λεμπέση

“…Περατώσας τας εν Αθήναις γυμνασιακάς μου σπουδάς, μετέβην τω 1920 εις Γερμανίαν, ένθα ενεγράφην εις το Πανεπιστήμιον της Φραγκφούρτης. Εσπούδασα επί 10ετίαν πολιτικάς, οικονομικάς και κοινωνικάς επιστήμας, επί 6 και ήμισυ έτη εν Γερμανία, επί 2 έτη εν Παρισίοις και επί εν και ήμισυ έτος εν Ιταλία». 
Κύριος κλάδος εις ον ησχολήθην εις τας πανεπιστημιακάς μου σπουδάς και επί του οποίου έγραψα την διδακτορική μου διατριβήν, γενομένην δεκτήν υπό του καθηγητού μου Franz Oppenheimer είναι η Κοινωνιολογία. Αι λοιπαί σπουδαί εις τας οποίας επεδόθη, ήσαν, πλην της Κοινωνιολογίας, 2) η Φιλοσοφία, 3) η Ψυχολογία, 4) η Πολιτική Οικονομία, 5) η Δημοσιονομία, 6) Αρχαί Δημοσίου Δικαίου, 7) Συνταγματικόν Δίκαιον, 8) Διοικητικόν Δίκαιον, 9) Διεθνές Δίκαιον, 10) Ανθρωπολογία και Εθνολογία, 11) Κοινωνική Πολιτική, 12) Αγροτική Οικονομία και Αγροτική Πολιτική, 13) Επιστημονική Δημοσιογραφία. 
Επιπροσθέτως ησχολήθην, εξ ιδίας προαιρέσεως, με την Ιστορίαν της Τέχνης, με την Ευρωπαϊκήν Λογοτεχνίαν, Ποίησιν και Κριτικήν και με την Ευρωπαϊκήν Δημοσιογραφίαν.
Επίσης κέκτημαι το Πανεπιστημιακόν δίπλωμα των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών…”

Διετέλεσε
Στο Πανεπιστήμιο
Καθηγητής της Κοινωνιολογίας στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστημών (1931), Σχολή Επαγγελματικού Προσανατολισμού (1955)

Στη Ραδιοφωνία
Διευθυντής Τύπου του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών (1946-47), Σχολιαστής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών (1948)
Στη Διοίκηση
Διευθυντής Υπηρεσίας Μελετών της Αγροτικής Τράπεζας (1938-1958), Διευθυντής του Υπουργείου Προεδρίας της Κυβερνήσεως (Γεν. Δ/νση Τύπου), (1954- 1956).
Στον Τύπο
Αρθρογράφος του «Οικονομικού Ταχυδρόμου» (1931-35), Δ/ντής Σύνταξης περιοδικού «Εργασία» (1938), κλπ.


ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ – MONOΓΡΑΦΙΕΣ

Η αρθρογραφία του Ευάγγελου Λεμπέση ξεπερνά ίσως τις δυνατότητες έρευνας που έχουμε σήμερα, καθώς πολλά από τα άρθρα αυτά δεν μπορέσαμε να τα εντοπίσουμε στο αρχείο του ή είναι υπό μορφή δοκιμίων, χωρίς ημερομηνία. Για κάποια είναι δυνατόν να δοθεί και η ημερομηνία, ενώ κάποια άλλα αναφέρονται απλά με τον τίτλο τους. Ανάμεσα στα έργα της ογκωδέστατης αυτής αρθρογραφίας του σταχυολογούμε, με τη βοήθεια και του ίδιου:

  • Η έννοια της δημαγωγίας (1930)
  • Η πράξις του κ. Βενιζέλου (1935)
  • Περί ομαλότητος και εθνικής ενότητος (1935)
  • 1935 (1935)
  • Αι δύο Ελλάδες (1935)
  • Η πολιτική μόρφωσις των Ελλήνων – σειρά άρθρων (1935)
  • Κοινωνιολόγοι (1935)
  • Ο Βενιζελισμός και η Δημοκρατία (1935)
  • Επί της ουσίας (1935)
  • Αι Βαλκανικαί Διασκέψεις (1936)
  • Π. Τσαλδάρης (1936)
  • Βενιζελισμός και Αριστερισμός Α΄ και Β΄ (1936)
  • Τα σφάλματα μιας μελέτης (1936)
  • Το οικονομικόν μέλλον της χώρας (1936)
  • Κων/νος Δεμερτζής (1936)
  • Αι βαλκανικαί διασκέψεις (1936)
  • Το πνεύμα των Ολυμπιάδων (1936)
  • Ο δημοτικισμός ως ιδεολογία και ως κόμμα (1936)
  • Ο Ζαϊμης (1936)
  • Γρηγόριος Ξενόπουλος (1936)
  • Κοινωνία και Κράτος (1936)
  • Το πρόβλημα «Κονδύλης» – Η ένοπλος περίοδος του Αντιβενιζελισμού (1936)
  • Η διάλυσις των πολιτικών παρατάξεων (1936)
  • Ουραγοί και επίορκοι – 3 άρθρα στη «Νέα Ημέρα» (1945)
  • Η κοινωνική θέσις του αγροτικού κόσμου (1946)
  • Η μετακίνησις ως ψυχολογικόν πρόβλημα: Μορφαί και φάσεις του Κοσμοπολιτισμού (1951)
  • Κοινωνιολογικά άρθρα εις το «Λεξικόν Κοινωνιολογίας και Πολιτικής (1954-1955)
  • 209 Ραδιοφωνικαί Ομιλίαι επί της Αγροτικής Οικονομίας και της Αγροτικής Πολιτικής (κύρια άρθρα) εις την «Ώραν του Αγρότου» των Ραδιοφωνικών Σταθμών του Ε.Ι.Ρ. (1954-1956)
  • Ο Κομμουνισμός (εις Συλλογικόν έργον «Σύγχρονα Προβλήματα»), (1957)

  • ΜΕΛΕΤΕΣ (Οι κυριότερες – κατά τον ίδιο)

  • Έννοια και τύπος του τραγικού
  • Τι είναι Κοινωνιολογία
  • Περί Κοινωνιολογίας και άλλων τινών
  • Η Έννοια της Δημαγωγίας
  • Γένεσις και τύπος του Τραγικού
  • Κόμματα και τάξεις
  • Αρχαί και συμπράξεις
  • Η αγωνία του Γερμανικού πνεύματος
  • Οι παράγοντες των γερμανικών εκλογών
  • Ευρωπαϊκαί Ευθύναι
  • Το πείραμα Ρούζβελτ
  • Ο Τραστοκαρτελλικός Καπιταλισμός
  • Σύγχρονα προβλήματα του καπιταλισμού
  • Κοινωνία και Κράτος
  • Η κοινωνική μόρφωσις των Ελλήνων
  • Η εποχή των μεγάλων αποφάσεων διά την τύχην του κόσμου
  • Κομμουνισμός
  • Το οικονομικόν μέλλον της χώρας
  • Βενιζέλος (Κοινωνικοψυχολογική μελέτη)
  • Το νέον ρωσσικόν Σύνταγμα
  • Βενιζελισμός και Αριστερισμός
  • Ρωσσία
  • Αι Βαλκανικαί Διασκέψεις
  • Κοινωνία και Κοινότης του Ferdinand Toennies
  • Η Κοινωνία και ο Ποιητής
  • Η «παρακμή της Δύσεως» του Oswald Spengler
  • Περί Ακαδημιών
  • Το πνεύμα των Ολυμπιάδων
  • Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω
    (μελέτη κοινωνιολογική και ψυχολογική, εκδοθείσα εις βιβλίον)
  • To έργον του Ζαχ. Παπαντωνίου (κοινωνικοψυχολογική μελέτη)
  • Ζαχ. Παπαντωνίου (Η ζωή της κλεισμένης ψυχής) – Νεκρολογία
  • Η τελευταία σελίς… (Νεκρολογία Νίκου Θηβαίου)
  • Η κοινωνική θέσις του Αγροτικού Κόσμου
  • Τι είναι και τι θέλει ο Μαρξισμός
  • 10 μαθήματα για το Μαρξισμό και τον Κομμουνισμό
  • Ο Ιστορικός Υλισμός (Ανάλυσις και Κριτική)
  • Η «πάλη των τάξεων»
  • Ψυχολογία του Κομμουνισμού. Ι. Ο φανατικός, ΙΙ. Ο Διανοούμενος ΙΙΙ. Η πολιτική του Κομμουνισμού
  • Μορφαί και φάσεις της ιδιοκτησίας- Η στατική ιδιοκτησία εδάφους
  • Η θεωρία της εξαθλιώσεως
  • Περί φιλελευθερισμού, παρεμβατισμού και άλλων τινων